αιχμαλωτίζομαι


αιχμαλωτίζομαι
αιχμαλωτίζομαι, αιχμαλωτίστηκα, αιχμαλωτισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰχμαλωτίζομαι — αἰχμαλωτίζω take prisoner pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναλίσκομαι — Α 1. αιχμαλωτίζομαι μαζί με άλλους 2. (για ψάρια ή ζώα) πιάνομαι στο δίχτυ μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἁλίσκομαι «αιχμαλωτίζομαι, συλλαμβάνομαι»] …   Dictionary of Greek

  • αλίσκομαι — ἁλίσκομαι (Α) ελλειπτικό παθητικό ρήμα που έχει ως ενεργητικό το αἱρῶ* (το ἁλίσκω μόνο στην παροιμία «ἐλέφας μῦν οὐχ ἁλίσκει») 1. (για πρόσωπα, τόπους, πράγματα) κυριεύομαι, συλλαμβάνομαι, αιχμαλωτίζομαι, πέφτω στα χέρια τού εχθρού 2. (για ζώα)… …   Dictionary of Greek

  • κατειλωτίζομαι — (Α) (κατά το λεξ. Σούδα (μόνο μτχ. η παθ. παρακμ.) «κατειλωτισμένος καταδεδουλωμένος». [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + εἰλωτίζομαι «αιχμαλωτίζομαι, δουλώνομαι» (< εἴλως, τος)] …   Dictionary of Greek

  • παραδίνω — παράδωσα, παραδόθηκα, παραδομένος (προστ. αορ. παραδώσου, παραδοθείτε) 1. δίνω κάτι ως επιστροφή ή για φύλαξη: Παράδωσε ο ίδιος την επιστολή στον παραλήπτη. 2. παραχωρώ κυριότητα ή χρήση ακινήτου: Ο εργολάβος έχει τη συμβατική υποχρέωση να μου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)